συγγίγνομαι

συγγίγνομαι
DM схожусь с кем, знакомлюсь, сближаюсь

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "συγγίγνομαι" в других словарях:

  • συγγίγνομαι — to be born with pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγγίγνομαι — και ιων. τ. συγγίνομαι Α [γίγνομαι] 1. γεννιέμαι συγχρόνως με άλλον 2. αρχίζω να υπάρχω συγχρόνως με κάτι άλλο 3. συναναστρέφομαι με κάποιον 4. (για μαθητή ή οπαδό) μαθητεύω κοντά στον δάσκαλό μου («Πρωταγόρας... διαφθείρων τοὺς συγγιγνομένους… …   Dictionary of Greek

  • συγγίνεσθε — συγγίγνομαι to be born with pres imperat mp 2nd pl (ionic) συγγίγνομαι to be born with pres ind mp 2nd pl (ionic) συγγίγνομαι to be born with imperf ind mp 2nd pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυγγεγονότα — συγγίγνομαι to be born with perf part act neut nom/voc/acc pl συγγίγνομαι to be born with perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυγγενομένων — συγγίγνομαι to be born with aor part mid fem gen pl συγγίγνομαι to be born with aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυγγενόμενον — συγγίγνομαι to be born with aor part mid masc acc sg συγγίγνομαι to be born with aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυγγινομένων — συγγίγνομαι to be born with pres part mp fem gen pl (ionic) συγγίγνομαι to be born with pres part mp masc/neut gen pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυγγέγονε — συγγίγνομαι to be born with perf imperat act 2nd sg συγγίγνομαι to be born with perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγγεγενημέναι — συγγίγνομαι to be born with perf part mp fem nom/voc pl συγγεγενημένᾱͅ , συγγίγνομαι to be born with perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγγεγενημένον — συγγίγνομαι to be born with perf part mp masc acc sg συγγίγνομαι to be born with perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγγεγενημένων — συγγίγνομαι to be born with perf part mp fem gen pl συγγίγνομαι to be born with perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»